Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Οι κριτικοδίαιτοι.

Όχι, δεν πρέπει να τους μπερδεύουμε με τους κρατικοδίαιτους. Είναι άλλη φάρα, σαφώς χειρότερη. Είναι οι κριτικοδίαιτοι. Αυτοί που τρέφονται, ψυχικά και σωματικά (ας όψονται οι καλοπληρωτές καναλάρχες), με το να κάνουν κριτική. Να μη δίνουν ΠΟΤΕ λύσεις, απαραίτητα να ΜΗΝ κοιτάνε την καμπούρα τους, αλλά να αποτελούν άτεγκτους κριτές των πάντων. Αριστεροί, δεξιοί, κεντρώοι, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ο ντόρος, ο καυγάς, οι φωνές, οι αντεγκλήσεις και ΦΥΣΙΚΑ η σκληρή και πάντα άνευ νοήματος κριτική. Αυτή που σε αποβλακώνει είτε από τη μία, είτε από την άλλη μεριά.

Είτε που θα σε πείσουν με φωνές και φασαρία ότι η Κυβέρνηση κάνει το σωστό, Έτσι πρέπει να γίνει, είτε που θα λουφάξεις στην καρεκλίτσα σου ακούγοντάς τους να μαστιγώνουν ακούραστα τα πολιτικά κοράκια, ήσυχος πως διαφυλάττουν τα δίκαιά σου – ποιοί; Αυτοί που έχουν από τρία αμάξια, επτά οικόπεδα και 2 βίλλες, Τριανταφυλλόπουλοι, Τράγκες, Μακρήδες, Αυτιάδες…

Το λυπηρό είναι ότι δεν αντιλαμβανόμαστε – κανείς μας – ότι και οι δύο πλευρές προσπαθούν το ίδιο πράγμα: να κοιμίσουν, υπό την κάλυψη της αφύπνισης. Φωνάζουν, ωρύονται και απαιτούν, κι εσύ ακούς, ακούς, βράζει το αίμα σου, μα μένεις κολλημένος μπροστά από το χαζοκούτι (αχ, παππού μου…) χωρίς να κάνεις τίποτα.

Γι αυτό πληρώνονται, οι κριτικοδίαιτοι. Για να σε κρατούν εκεί. Να κάνουν σαματά, για να ξεχάσεις να διεκδικήσεις αυτό που θες, να ξεχάσεις να πεις ΜΟΝΟΣ σου αυτό που σε ενοχλεί. Και πληρώνονται αδρά. Και μόλις κλείσει η σύνδεση, μονιασμένοι, ήρεμοι, χωρίς φωνές, ισιώνουν τη γραβάτα, το Lacoste μπλουζάκι, ή το ταγιεράκι, αντίστοιχα, και μπαίνουν στο πολυτελές τους αμαξάκι, με συνείδηση ήσυχη πως και σήμερα, βγάλανε έντιμα το ψωμάκι τους. Και τί ψωμάκι. Παντεσπάνι.

Εκτός Κανόνων.

Άλλη μια μέρα, που άνοιξα το Facebook και έπεσα πάνω σε ένα ποσταρισμένο άρθρο κάποιου φανατικού πολέμιου της “Τραγο – εκκλησίας”. Ναι, καίτοι θεωρώ τον εαυτό μου Χριστιανή – τουλάχιστον έτσι λέει, ακόμα, η ξεσκισμένη μου ταυτότητα – δεν ανήκω στο επονείδιστο αυτό ποσοστό των “καθυστερημένων διανοητικά”, “θρησκόπληκτων”, “μονομανών με την Εκκλησία”, “αγνών πλην τίμιων που παρασύρθηκαν από κάποιο παλιόπαπα”, που αρνούνται να μιλήσουν με “άπιστους”.

Λυπούμαι, όμως, αφάνταστα, όταν πρέπει να αντιμετωπίσω την αντίστροφη μονομανία ανθρώπων με παρωπίδες, που δε βλέπουν τίποτα καλό στη θρησκεία και την Εκκλησία, γιατί πολύ απλά, πρέπει να αποδεχτούν Κανόνες. Και, όπως όλοι ξέρουμε, δεν είναι της μόδας οι κανόνες, τη σήμερον ημέρα.

Ένας από αυτούς τους κανόνες, είναι πως ο αυτόχειρας θάβεται χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία. Για το ενδεχόμενο μερικών αγνοούντων την έννοια αυτού του κανόνα, να παραθέσω πως σκοπός του και λογική του είναι η εξής: Η ζωή μας μάς δόθηκε, δεν τη δημιουργήσαμε και γι αυτό δεν έχουμε δικαίωμα να την αφαιρούμε, ούτε τη δική μας, ούτε βέβαια και άλλη. Επιπλέον, το σώμα μας οφείλουμε να το φροντίζουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, να το διατηρούμε υγιές και εύρωστο, γιατί είναι η κατοικία της Ψυχής. Δύσκολα μπορώ να φανταστώ ποιός θα έβρισκε αυτή τη θέση παράλογη, υπερασπιζόμενος το δικαίωμά του να αυτοβασανίζεται και να αυτομαστιγώνεται, αφήνοντας παράλληλα τον εαυτό του νηστικό επί μέρες, αντιτιθέμενος στον εν λόγω κανόνα.

Αυτός ο κανόνας, λοιπόν, βρίσκει κάθετα αντίθετους πολλούς και ακόμα πιο φανατικά διαφωνούντες τους περισσότερους. Γιατί;

Σκέφτηκε, ποτέ, κανείς από εσάς που διαφωνείτε, πως για μία ταλαιπωρημένη ψυχή, το ενδεχόμενο να μην κηδευτεί καν, αλλά να μπει ξερά στο χώμα σαν σκουπίδι, μπορεί να είναι καταλυτικό για να αποφευχθεί η αυτοκτονία; Σκέφτηκε, ποτέ, κανείς από εσάς, ότι μπορεί αυτή η σκέψη να ΣΩΣΕΙ κάποιες – έστω λίγες – ανθρώπινες ζωές; Σκέφτηκε, ποτέ, κανείς από εσάς, ότι πολεμάτε να εδραιώσετε την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του ανθρώπου να αφαιρεί τη ζωή του; Σκέφτηκε, ποτέ, κανείς από εσάς, ότι σφίγγετε τη θηλιά στο λαιμό του απαγχονισμένου, τραβάτε τη σκανδάλη στο όπλο του πυροβολημένου, στρίβετε το μαχαίρι στην κοιλιά του μαχαιρωμένου; Σκέφτηκε, ποτέ, κανείς από εσάς πόσο καλύτερο θα ήταν να πείτε έστω μια φορά μια προσευχή, για την Ψυχή που έφυγε; Αλλά ξεχνώ. Δεν πιστεύετε σε Θεό, ο Θεός είναι θλιβερό αποκύημα της φαντασίας των τράγων παπάδων, ένας τρόπος να φάνε λεφτά. Μα τότε… για ποιο λόγο ο οδυρμός για νεκρώσιμη ακολουθία, για ταφή, για τις δεισιδαιμονικές αυτές μαγικές εκδηλώσεις του Κλήρου; Γιατί κόπτεστε για μια κηδεία, ένα μνημόσυνο, αφού αυτά ενώπιον της Εκκλησίας γίνονται για το καλό αυτού που έφυγε, για την εξιλέωση των αμαρτημάτων του ενώπιον του Ανύπαρκτου Θεού; Μάλλον τα έχετε μπερδέψει. Χαμένοι κάπου ανάμεσα στην ελπίδα ότι υπάρχει Θεός και στην άρνηση του να συμμορφωθείτε σε ο,τιδήποτε απαιτεί από εσάς το ελάχιστο ξεβόλεμα από την χαλαρή ζωή μας.

Ναι, η Εκκλησία απαιτεί Κανόνες. Ναι, θεωρεί πως υπάρχουν αμαρτίες. Ναι, χρειάζεται κόπο για να ανήκεις στους Κόλπους της, θυσίες και ίσως μερικές φορές χαλασμένο κέφι για όσα αναγκάζεσαι να χάσεις. Ναι, χρειάζεται συνέπεια, που ΚΑΝΕΙΣ ΜΑΣ δεν έχει και θάρρος που στις μέρες μας έχει χαθεί. Έχει χαθεί γιατί είμαστε τόσο κλεισμένοι σε κανόνες από το Διευθυντή μας, το μπαμπά μας, τη μαμά μας, το φίλο μας, τον άντρα μας και το παιδί μας, που μερικοί ακόμα Κανόνες, μας πέφτουν βαριοί. Και εκεί, μας παίρνει να πούμε “ΟΧΙ ΡΕ, ΔΕ ΘΑ ΚΑΝΩ Ο,ΤΙ ΜΟΥ ΛΕΣ. ΕΧΩ ΖΩΗ ΕΓΩ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΡΩΩ ΟΠΟΤΕ ΚΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ, ΝΑ ΚΟΙΜΑΜΑΙ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ, ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΩ ΓΙΑ ΧΑΡΤΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ, ΑΜΑ ΓΟΥΣΤΑΡΩ, ΝΑ ΔΩΣΩ ΜΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ.”

Μα όταν ο χρόνος περάσει, και δε μπορείς να φας ό,τι θες γιατί έχεις χοληστερίνη, τις Κυριακές ξυπνάς νωρίς γιατί το βιολογικό σου ρολόι ξεκινά από τις 6 και τα Χριστούγεννα δε μπορείς να παίξεις χαρτιά, γιατί ξεχνάς τι φύλλο πέρασε από κάτω… Ο Θεός σου χτυπάει την πόρτα, κι εσύ κλαμμένος θα ανοίξεις. Γιατί θα έρθει η ώρα να θαφτείς και τότε, θα θες να γίνεις καλύτερος. Τότε, θα υπακούς κανόνες, γιατί δε θα έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις. Και εύχομαι τότε, να κατανοήσεις γιατί υπάρχουν αυτοί οι Κανόνες. Και τί σου ζήτησε ο Ανύπαρκτος Θεός.

Η χώρα των Γηραιών.

Μια φορά κι ένα καιρό, Κόρη μου, ήντανε μία χώρα στο Χάρτη. Παλιά, πολύ παλιά στην ιστορία της, ευτυχισμένη και ευήμερη. Οι άνθρωποι ήντανε γελαστοί, γεμάτοι περηφάνια, λίγο ιδιαίτεροι,  νιώθανε το κέντρο του κόσμου – και ίσως να’ταν. Πέρασαν δύσκολα, πολέμους, θύελλες, μα απ’ όλα βγήκανε ζωντανοί, μαχητικοί, Λεύτεροι να το πω.

Κάποτε, όμως, έπεσε πάνω τους ένας φοβερός Λοιμός. Ήντανε ύπουλος λοιμός, όχι απ’ αυτούς που με αντιβιωτικά και βαξίνια περνάνε, που τους φτιάνουν στα εργαστήρια και τους χαλάνε μετά.

Ήντανε ιός της ψυχής, της καρδιάς. Τους έπιασε όλους. Τους έφαγε τα μέσα τους, τους γέρασε. Ήντανε και κρυφός, τους έτρωγε χωρίς να το καταλάβουν λίγο λίγο, και δε φαινόντανε από νωρίς, μέχρις που είχε κάνει για τα καλά τη δουλειά του, είχε φάει, είχε χορτάσει νιάτα και ευρωστία, και έτσι παχιός παχιός, βύζαινε ξαπλωμένος μέσα τους την ενέργεια της κάθε μέρας τους. Και έτσι όλοι γινήκανε Γηραιοί.

Γεννιόντανε, μα δεν προλάβαιναν να γίνουνε παιδαρέλια, με κοντά παντελονάκια και σκισίματα στα χέρια από τη μπάλα και τους βώλους – γιατί δεν παίζανε πια. Από το καρότσι, μαθαίνανε να περπατάνε για να κάτσουνε μπροστά στην τηλεόραση, να παίξουνε με εκείνα τα παιχνίδια που το κάθε παιδί έπαιζε μονάχο του, κατά κύριον λόγον, και αν ήντανε να ρθει κάνα άλλο να παίξουνε μαζί, δεν αγγίζονταν, δεν κοιτιόνταν, πάλι την τηλεόραση κοιτάγανε. Και οι γονείς χαίρονταν.

Μετά μεγαλώνανε, πηγαίνανε σχολειό και φτάνανε πριν το Πανεπιστήμιο, κι εκεί λίγο πριν φτάσουνε, ήντανε ήδη Γηραιοί, με σκούρα ρούχα, απαρατήρητοι, με κυρτό σώμα, τόσο κουρασμένοι που βαριόντανε να σηκώσουνε τα παντελόνια τους που είχανε πέσει από τη θέση τους. Και στα λεωφορεία καθόντανε κι εκεί σκυφτοί, και κρατάγανε ένα τηλέφωνο ηλεκτρονικό και στέλνανε κουρασμένα μηνύματα, γιατί ήντανε πολυ γέροι πια για να μιλήσουνε.

Και τελειώνανε το Πανεπιστήμιο, το μεγάλο τούτο πράμα, Κόρη μου, και όσοι πιάνανε δουλειά – αν δεν ήντανε πολύ κουρασμένοι και γέροι για να δουλέψουνε – γκρινιάζανε όλη μέρα και όλη νύκτα γιατί ήντανε πολλές οι ώρες, και πολλές οι απαιτήσεις και λίγα τα λεφτά, για τόση δουλειά και για τόσο κουρασμένους ανθρώπους. Και θέλανε να ανελιχθούν σε πιο ψηλές θέσεις, να κουράζονται λιγότερο.

Και αλλάζανε πολλές δουλειές, μέχρι που φτάνανε εκεί, σαράντα, πενήντα, σε δημιουργική ηλικία κάποτες, μα τώρα ήντανε όρθια κουρέλια, κουρασμένοι μια ζωή, και δε βγάζανε κι αρκετά λεφτά, και γεννάγανε κι εκείνα τα γριά παιδιά, και δεν αντέχανε τόσο γήρας πια μέσα στο είναι τους και παγαίνανε από το σπίτι στη δουλειά και από τη δουλειά στο σπίτι και μια μέρα ξυπνάγανε και ήντανε εβδομήντα.

Και οι Γηραιοί, κοιτάγανε τις ζάρες στα μάτια και τα χείλια τους, και ψάχνανε στο θολωμένο τους μνημονικό, να θυμηθούνε πότε νιώσανε νέοι, να χαμογελάσουνε με τέτοιες ανάμνησες που χαμογελάνε συνήθως οι Γηραιοί. Μα δε βρίσκανε.

Και στο λεωφορείο κανείς δε σηκωνόντανε να κάτσουνε, γιατί, ποιός να σηκωθεί; Ο Γηραιός δεκάχρονος, ο Γηραιός εικοσιπεντάχρονος, ο Γηραιός σαρανταοκτάρης; Όλοι πτώματα, όλοι σκαμμένοι από τα μέσα από τον τρομερό αυτό ιό, που βύζαινε, βύζαινε κι έκαμε κύκλους κάτω από τα μάτια και κυρτούς ώμους και ράθυμο περπάτημα. Και όλοι τσακώνονταν πια, αργά, φωναχτά, γέρικα.

Για να θυμούνται οι νεώτεροι, και να μαθαίνουν οι Γηραιοί.

Εσύ, τί κάνεις γι αυτό;

Ειλικρινά νιώθω κουρασμένη.

Ξυπνάω το πρωί και νιώθω κουρασμένη. Ανοίγω το ραδιόφωνο και με κουράζει. Στο λεωφορείο, κουράζομαι από τους καυγάδες. Στη δουλειά κουράζομαι από αυτά που έχω να αντιμετωπίσω. Και μετά το βράδυ σπίτι, κουράζομαι γιατί ενστικτωδώς ανοίγω να δω ειδήσεις.

Και αναρωτιέμαι, μέχρι πότε θα πρέπει να συμβιβάζομαι με μία χώρα που δε νιώθω πια να μου ανήκει; Πόσοι σαν εμένα βουλιάζουν στο μαλακό καναπέ τους και επαναστατούν υπογείως και αφανώς; Γιατί δε βρίσκω ποτέ το κουράγιο να κάνω κάτι άλλο εκτός από το να σκέφτομαι «έχουν δίκιο όσοι διαμαρτύρονται.»

Ε ΚΑΙ;

Εγώ τί κάνω γι αυτό;

Εσύ; Τί κάνεις γι αυτό;

Curiosity killed the Rat.

Τελευταίως ακούγονται πολλά. Περί ξερασμάτων, περί αγιοποιήσεων, περί διαπλοκής, περί συνεργασίας με την αντιτρομοκρατική και περί μυθικών τεράτων που κρύβονταν πίσω από το πιο λαοφιλές blog των απανταχού Ελλήνων.

Το αγαπημένο μας ποντίκι δεν υπάρχει πια. Ή μάλλον υπάρχει, αλλά σιωπά πεισματικά, είτε από επιλογή του, είτε επειδή το αναγκάζουν – αυτό δε θα το μάθουμε ποτέ αν δε διαρρεύσει «εκ των έσω». Μαζί με το τρωκτικό φιμώθηκε ένα τεράστιο κομμάτι του ελληνικού λαού – πολύ βαρύγδουπη και συναισθηματική δήλωση, αλλά αρκεί να κάνει κανείς δυό τρία refresh στη σελίδα του για να διαπιστώσει πόσοι επισκέπτες μπαίνουν το δευτερόλεπτο ακόμα και τώρα.

Το θέμα δεν είναι στο τί κρύβεται πίσω από το Τρωκτικό. Όσοι από εμάς είχαμε στείλει mails ξέρουμε ότι πάντα έπαιρνες απάντηση, έστω και με ένα απλό «οκ», ότι τα παιδιά που έγραφαν είχαν μια αμεσότητα, μια αγνότητα αν θες, που σε έκανε να νιώθεις ότι δεν τους έπαιρνε καν πολλή ώρα ή πολλή προσοχή να γράψουν τα posts τους – απλά ήθελαν να τα μοιραστούν. Ήταν ανορθόγραφοι – ναι και αυτό ακούστηκε δια στόματος, ή μάλλον δια «keyboard» κυρίας θυγατρός Διακογιάννη. Από πότε όμως η ανορθογραφία συνιστά παράπτωμα; Από πότε οι ανορθόγραφοι άνθρωποι είναι άνθρωποι β’ κατηγορίας, των οποίων οι απόψεις δεν αξίζουν να ακούγονται; Κρίμα κυρία θύγατερ Διακογιάννη. Δε σας είχα και ποτέ σε εκτίμηση, εξάλλου οι άνθρωποι που αυτοσαρκάζονται για να καλύψουν την ένδειά τους πάντοτε μου προκαλούσαν θλίψη.

Το θέμα, λοιπόν, είναι γιατί σίγησε το Τρωκτικό. Γιατί και το apokalipsi.gr έκλεισε για μία ολόκληρη μέρα, αφού φιλοξένησε post κάποιου από τους Τρωκτικούς με έγγραφο που ενοχοποιούσε τον κ. Βαρδινογιάννη για οφειλές προς το Δημόσιο. Γιατί το βασικό group του Τρωκτικού στο Facebook εξαφανίσθηκε, όπως και το profil  ενός, ως φαίνεται, από τους ποντικούς, που δήλωνε ξεκάθαρα ότι τις επόμενες μέρες θα βγουν στη φόρα διάφορα μέσω άλλων blogs (μεταξύ αυτών και του apokalipsi.gr που το ονομάτιζε κανονικά). Γιατί το ίδιο άτομο ισχυρίσθηκε, λίγο πριν εξαφανισθεί το προφίλ του, ότι στην κηδεία του Σωκράτη Γκιόλια πολλοί από τους Τρωκτικούς «στοχοποιήθηκαν»; Ποιός, τελικά, προσπαθεί να εξαφανίσει το blog και ό,τι το θυμίζει; Και πόσο πρέπει να μας υποψιάσει η άνανδρη – κατά τα ειθισμένα – επίθεση του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου στους συντάκτες του Τρωκτικού, με κατηγορίες στις οποίες δε μπορεί πια να δοθεί απάντηση;

Μερικοί θα μιλήσουν για αγιοποίηση, για εμετούς, για μονομανίες, για θεωρίες συνομωσίας, και θα βγάλουν στη φόρα τα άπλυτα του «διαπλεκόμενου» Γκιόλια. Ξαφνικά ο Σωκράτης Γκιόλιας από «ελεύθερη φωνή» θα μετατραπεί στο νο1 διεφθαρμένο δημοσιογράφο των τελευταίων ετών. Η κυρία θυγάτηρ Διακογιάννη θα συνεχίσει να ξερνάει, μαγεύοντας τα πλήθη με την ευφράδεια του δημοσιογραφικού λόγου της και κυρίως τα ορθογραφημένα άρθρα της.

Αλλά ποιός θα μας απαντήσει τελικά; Η Σέχτα έκλεισε το Τρωκτικό;

Αντίο Άνθρωπε.

Η ανάγκη να μιλήσεις δημιουργείται όχι όταν είναι αυτονόητο ότι μπορείς, αλλά όταν – έστω και για λίγο – νιώσεις ότι σου απαγορεύεται. Έτσι και όταν πεινάς, όταν διψάς, το αίσθημα γίνεται εντονότερο όταν ξέρεις πως δε μπορείς να φας, δε μπορείς να πιείς… Όταν, όμως, σου δοθεί πάλι το ελεύθερο, το αυτονόητο δικαίωμα, τότε παύει η ανάγκη. Έτσι γεννήθηκε σήμερα η ανάγκη, το επιτακτικότερο των συναισθημάτων, να μιλήσουμε. Πολλοί μιλούν σήμερα, σαν να είναι η τελευταία μέρα. Σα να ξέρουμε ότι ίσως από αύριο δε θα μπορούμε να μιλάμε, μέρα τη μέρα και λεπτό το λεπτό θα μας αφαιρείται όλο και περισσότερο το δικαίωμα του λόγου, της άποψης, της διαφωνίας.

Όπως σήμερα αφαιρέθηκε το δικαίωμα του Δημοσιογράφου να μιλάει, να ερευνά, να διαφωνεί, να ξεσκεπάζει, να ηθικολογεί και να μην εξαγοράζεται. Ποιός άραγε πιστεύει ότι ο Σωκράτης Γκιόλιας «Βγήκε από τη μέση» από τη Σέχτα; Μόνο γέλια προκαλεί σε μια τέτοια μέρα θλίψης, σε μια τέτοια μέρα οργής και θρήνου.  Μόνο γέλια προκαλεί η απεγνωσμένη προσπάθεια του ξεπεσμένου και ξεφτιλισμένου κατεστημένου να καλύψει σπασμωδικά και άνευρα, απρόσεχτα και σχεδόν ενοχικά τη δολοφονία αυτού που στάθηκε ενάντιά του.

Και για έναν ακόμα λόγο. Η αστυνομία μιλά για τρομοκρατική οργάνωση. Ποιός άραγε τρομοκράτης θα φορούσε στολή αστυνομικού ή σεκιουριτά για να δολοφονήσει, όπως αποκαλύπτουν οι αυτόπτες μάρτυρες; Τί μήνυμα θα πέρναγε τότε ιδεολογικά μια τέτοια κίνηση; Τί νόημα θα είχε μια τέτοια μεταμφίεση; Ποιο κατεστημένο θα χτυπηθεί σκοτώνοντας έναν άνθρωπο που πάλευε ενάντια στο κατεστημένο; Έναν – ας μου επιτραπεί η έκφραση – «αντεξουσιαστή» δημοσιογράφο, που έπληττε τη σαπίλα που και η ίδια η τρομοκρατία – με λάθος τρόπο – διατείνεται ότι προσπαθεί να πλήξει;

Η ανάγκη να μιλήσουμε σήμερα δεν ξεπερνιέται, δεν καλύπτεται από το φόρτο εργασίας, δεν ησυχάζει. Και όποιος δε μιλήσει, τραβάει για δέκατη έβδομη φορά τη σκανδάλη. Προσθέτει μία ακόμα σφαίρα στο άψυχο σώμα της ελευθερίας λόγου που στην Ελλάδα, τη σκιά μιας πεθαμένης Δημοκρατικής χώρας, το σβησμένο και βρώμικο λυχνάρι που κάποτε φώτιζε τον κόσμο, σήμερα πέθανε.

Αντίο άνθρωπε.

Η Εξοστρακισμένη Βόμβα.

Όπως κάθε μέρα, δέκα περίπου λεπτά αφού μπήκα στη δουλειά, άνοιξα τον υπολογιστή για μία γρήγορη ενημέρωση πριν βυθιστώ σε δεκάδες χαρτιών…

Η αρχική μου αδιαφορία – καθώς είχα ακούσει κάπου ξώφαλτσα σε κάποιο δελτίο παραπληροφόρησης χθες βράδυ ότι ο νεκρός της τρομοκρατικής επίθεσης ήταν πιθανότατα ο τρομοκράτης – μετατράπηκε σε σοκ και αμέσως μετά σε θλίψη, βαθύτατη θλίψη καθώς σχεδόν ακαριαία, τόσο ακαριαία όσο κόπηκε το νήμα της ζωής αυτού του δύστυχου παιδιού, κατάλαβα ότι κανείς δεν επρόκειτο να διαδηλώσει για δικαίωση με σημαία το λείψανο αυτού του αθώου.

Γι αυτό το παιδί το Indymedia δε θα οργανώσει διαδηλώσεις, δε θα καεί κανένα κατάστημα, δε θα γίνουν graffiti με κόκκινο χρώμα στους τοίχους τραπεζών, δε θα πέσει καμία μολότωφ, δε θα «χτυπηθεί το κατεστημένο», δε θα παίζουν νυχθημερόν οι ειδήσεις τα επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και «μπάτσων». Αυτή η είδηση δεν πουλάει, γιατί δεν ήταν λάθος του Κράτους, ήταν λάθος του Τρομοκράτη και ο Τρομοκράτης στις μέρες μας είναι στο απυρόβλητο. Προστατεύεται με κάθε τρόπο, είναι το παιδί της διπλανής πόρτας, ο πολεμιστής κατά του κατεστημένου, ο Ρομπέν των αδικημένων αναρχικών.

Αυτό το παιδί ήταν δεκαπέντε χρονών – αλλά κανείς δε θα μάθει απ’ έξω το όνομά του.

Αυτό το παιδί ήταν δεκαπέντε χρονών – αλλά κανείς δε θα φωνάζει για μήνες «Ήταν παιδί!!»

Αυτό το παιδί ήταν δεκαπέντε χρονών – αλλά κανείς δε θα οδύρεται πάνω στο σημείο που διαμελίστηκε – κανείς δε θα αφήσει λουλούδια και κεριά.

Αυτό το παιδί ήταν δεκαπέντε χρονών – αλλά κανείς από τους υπερμάχους των μεταναστών δε θα θυμηθεί να του πλέξει ένα εγκώμιο, να του γράψει ένα συγκινητικό επικήδειο.

Η δική του μάνα δε θα γίνει «διάσημη». Η δική του μάνα δε θα στείλει δηλώσεις στα κανάλια. Η δική του μάνα θα μείνει με ένα τυφλό παιδί. Το ένα τυφλό παιδί δε θα πάει στο Πανεπιστήμιο της αρεσκείας του.

Και όλα αυτά γιατί οι γνωστοί αγαπημένοι αναρχικοί – ξέρετε, οι μισούντες πάσα αρχή – θα βαρεθούν να ασχοληθούν με το δεκαπεντάχρονο Ανώνυμο Νεκρό Μετανάστη. Αυτή η εξοστρακισμένη βόμβα δε θα μείνει στην ιστορία. Ο αποτυχημένος αστυνομικός θα τιμωρηθεί – ο αποτυχημένος τρομοκράτης θα μείνει ανάμεσά μας, θα είναι ο δημόσιος υπάλληλος που θα μας εξυπηρετήσει αύριο, ο μικροβιολόγος που θα εξετάσει το δείγμα αίματός μας, ο δάσκαλος του pilates μας, ο γιος του οδοντιάτρου μας, η κόρη του βουλευτή μας, ο αυριανός μας Πρωθυπουργός.